οἰκονόμος


οἰκονόμος
хозяин

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "οἰκονόμος" в других словарях:

  • οικονόμος — ο эконом – 1) титул священника, занимающегося бухгалтерией епархии; секретарь епархиального архиерея. Титул эконома в Греции может даваться священнику за особые заслуги перед Церковью. Его обладатель имеет право ношения палицы; 2) монах,… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • οἰκονόμος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκόνομος — one who manages a household masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οικονόμος — ο, η, θηλ. και οικονόμα (ΑΜ οικονόμος, ὁ, ἡ, Α θηλ. και οικονόμισσα) 1. επιστάτης ο οποίος διαχειρίζεται τα ζητήματα τού σπιτιού 2. εκκλ. α) εκκλησιαστικό αξίωμα ο κάτοχος τού οποίου ήταν, στο παρελθόν, υπεύθυνος για τη διαχείριση τής… …   Dictionary of Greek

  • οικονόμος — [икономос] ουσ. бережливый, экономный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • οικονόμος — ο 1. άνθρωπος φειδωλός στις δαπάνες, σφιχτός (αντίθ. σπάταλος). 2. ο υπεύθυνος για τη διαχείριση των οικονομικών σπιτιού ή ιδρύματος. 3. καλόγερος σε μοναστήρι, υπεύθυνος για την προμήθεια, φύλαξη και διαχείριση των τροφίμων. 4. τιμητικός τίτλος… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Οικονόμος, Κωνσταντίνος, ο εξ Oικονόμων — (Τσαρίτσανη 1780 – Αθήνα 1857). Λόγιος κληρικός, διαπρεπής ρήτορας και θεολόγος. Γιος λόγιου ιερέα, ο Ο. διδάχτηκε από τον πατέρα του όχι μόνο τα πρώτα γράμματα, αλλά και τα πρώτα στοιχεία της εκκλησιαστικής φιλολογίας και ρητορικής. Έτσι, όταν… …   Dictionary of Greek

  • Οικονόμος, Γεώργιος — (Αθήνα 1883 – 1951). Έλληνας αρχαιολόγος. Αφού ολοκλήρωσε τις φιλολογικές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία, στην Αγγλία, στη Γαλλία και στην Ιταλία (1903 1908), όπου παρακολούθησε κυρίως μαθήματα αρχαιολογίας και… …   Dictionary of Greek

  • Οικονόμος, Αριστείδης — (1835 – 1890). Νομομαθής και δικαστικός. Καταγόταν από τα Καλάβρυτα. Διετέλεσε εφέτης στην Αθήνα και από τη θέση αυτή συνετέλεσε στην απαλλαγή από τη δίωξη του Χαρίλαου Τρικούπη, μετά τη δημοσίευση του άρθρου του Τις πταίει. Αργότερα διορίστηκε… …   Dictionary of Greek

  • Οικονόμος, Νεόφυτος — (1795 – 1833). Κρητικός ιερομόναχος και αγωνιστής της Επανάστασης. Μετά το τέλος των γυμνασιακών του σπουδών πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο προϊστάμενος του εκεί Σιναϊτικού μετοχιού, επειδή εκτίμησε το σπινθηροβόλο πνεύμα του και την… …   Dictionary of Greek

  • Οικονόμος, Σοφοκλής — (Τσαρίτσανη 1809 – Βισύ Γαλλίας 1877). Λόγιος γιατρός, γιος του Κωνσταντίνου Οικονόμου. Αφού ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στη Σμύρνη, μετέβη στη Ρωσία, όπου βρισκόταν ήδη ο πατέρας του. Σπούδασε ιατρική στη Γερμανία και άσκησε το… …   Dictionary of Greek